Πιστοποίηση και Επενδυτικά Προγράμματα

Πιστοποίηση και Επενδυτικά Προγράμματα

Πολύς λόγος γίνεται τα τελευταία χρόνια για τα συστήματα πιστοποίησης και το ρόλο τους στην όλη παραγωγική διαδικασία, από το «χωράφι στο ράφι» όπως συνηθίζεται να λέγεται. Η αλήθεια είναι ότι οι τα συστήματα και οι πιστοποιήσεις έχουν επιβάλει τους δικούς τους κανόνες πλέον. Δεν είναι τυχαίο ότι αποτελούν επιλέξιμες δαπάνες σχεδόν στο 100% των επενδυτικών προτάσεων, οι οποίες κατατίθενται όταν «ανοίγει» ένα μέτρο επιδότησης. Κάτι τέτοιο αναμένεται να γίνει και τώρα , όπου όλοι σχεδόν οι υποψήφιοι επενδυτές, από τον πιο μικρό έως τον πιο μεγάλο, θα διαθέσουν ένα ποσό – άλλοι μικρότερο και άλλοι μεγαλύτερο – για την πιστοποίηση των προϊόντων ή των διαδικασιών τους. Τα συστήματα αυτά αλλού θα  βελτιώσουν και αλλού θα «βαρύνουν» και πολλές φορές δυστυχώς θα επιβαρύνουν  – οικονομικά και γραφειοκρατικά – την όλη επένδυση.

Η ερώτηση όμως που έρχεται στο μυαλό όλων των επαγγελματιών του χώρου όταν ακούν τη λέξη πιστοποίηση, είναι η εξής : «Ποιά πιστοποίηση τελικά χρειάζομαι και πόσο κοστίζει αυτή»;

Ουσιαστικά το θέμα επιλογής του συστήματος πιστοποίησης (ή των συστημάτων τις πιο πολλές φορές) που θα επιλέξει ο επαγγελματίας του χώρου (παραγωγός, τυποποιητής, μεταποιητής, έμπορος) εξαρτάται κατά βάση από δύο παράγοντες:  Α) την αναγκαιότητα χρήσης και Β) το κόστος.

Μερικά βασικά θέματα τα οποία πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη του ο επενδυτής πριν αποφασίσει για το ποιες δαπάνες ανάπτυξης εφαρμογής συστημάτων και πιστοποίησης θα εντάξει στο επενδυτικό του φάκελο είναι τα κάτωθι:

 1) Τι απαιτεί η νομοθεσία;

Υπάρχουν σε πολλές περιπτώσεις νομοθετικά προαπαιτούμενα, τα οποία υποχρεώνουν τις επιχειρήσεις ή τις ωθούν προς την πιστοποίηση. Στις περίπτωση αυτές, η ένταξη της σωστής δαπάνη σε επίπεδο συστημάτων πιστοποίησης πρέπει να θεωρείται εκ των ων ουκ άνευ καθώς σε περίπτωση μη επιλογής της ο επενδυτής θα αναγκαστεί να την πραγματοποιήσει με 100% ίδια κεφάλαια. Καλό είναι λοιπόν ο επενδυτής να ρωτήσει τον μελετητή του σε σχέση με τις πιθανές νομοθετικές υποχρεώσεις (κυρίως αφορά σε εταιρείες στο χώρο των τροφίμων και μελέτες HACCP ή ISO 22000) τις οποίες πρέπει να τηρεί και οι οποίες έχουν σχέση με τα συστήματα πιστοποίησης ώστε να τα εντάξει στον επενδυτικό του φάκελο. Σημαντικό είναι να γνωρίζει ο επενδυτής ότι και η εκπαίδευση (π.χ. HACCP) επιδοτείται στα περισσότερα επενδυτικά προγράμματα και να προσπαθήσει να επιδοτηθεί και για αυτήν εφόσον υπάρξει πρόβλεψη.

 2) Τι θέλει και τί ζητάει η αγορά;

Πολλές φορές, κυρίως επειδή οι επενδυτές δεν γνωρίζουν – και λογικό είναι άλλωστε – τί θα τους ζητήσει η αγορά ή τί θα τους προκύψει στην πορεία σαν ανάγκη, εντάσσουν δαπάνες οι οποίες θα κοστίσουν, αλλά δυστυχώς δεν θα ανταποδώσουν (τουλάχιστον όχι βραχυπρόθεσμα).

Για παράδειγμα, όταν ένας επενδυτής έχει ως στόχο να πουλήσει τα προϊόντα του στο εξωτερικό είναι λογικό να στραφεί στην ανάπτυξη συστημάτων πιστοποίησης τα οποία ζητάνε οι δυτικοευρωπαϊκές χώρες, όπως το IFS ή το BRC  – και σε αρκετές περιπτώσεις και οι σειρές ISO –  και να εστιάσει σε αυτά. Χαρακτηριστικό επίσης παράδειγμα είναι το GLOBALGAP το οποίο δεν έχει ουσιαστικές διαφορές από το ελληνικό AGRO – αφού και τα δύο πιστοποιούν την πρωτογενή παραγωγή, δηλαδή πιστοποιούν τη διαδικασία παραγωγής στο χωράφι. Ενώ όμως όλοι οι μεγάλοι «παίχτες» της αγοράς (Super Markets, λιανέμποροι, traders κλπ) επιβάλλουν την πιστοποίηση των προϊόντων κατά GLOBALGAP, έχουμε το φαινόμενο να υπάρχουν επενδυτικοί φάκελοι, οι οποίοι αιτούνται επιδότησης για «ολοκληρωμένη διαχείριση» κατά AGRO και όχι πιστοποίησης GLOBALGAP επειδή τα επενδυτικά προγράμματα δίνουν βάση στα εθνικά σήματα πιστοποίησης. Σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η «επιβολή» της αγοράς και ο επενδυτής να υπολογίζει ότι θα πρέπει παράλληλα να αναπτύξει ανεξάρτητα από την αιτούμενη στο φάκελο επιδότησης και τα «επιβαλλόμενα» από την αγορά συστήματα πιστοποίησης ώστε να μπορεί να έχει άμεση πρόσβαση στις αγορές που επιθυμεί.

Αυτό είναι καθαρά θέμα γνώσεων της «αγοράς» και προλαμβάνεται από έναν έμπειρο σύμβουλο πιστοποίησης, ο οποίος δύναται να προτείνει τη σωστή λύση στον επενδυτή και τον μελετητή του και να τους καθοδηγήσει με τον πλέον ορθό τρόπο.

 3) Τί θέλει η ίδια η επιχείρηση;

Η επενδυτική άποψη της επιχείρησης πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη από το μελετητή. Για παράδειγμα, έστω ότι μια επιχείρηση επιθυμεί να δραστηριοποιηθεί στον τομέα της μεταποίησης των φρούτων (π.χ. κομπόστα) και έχει την άποψη ότι πρέπει να πιστοποιηθεί κατά ISO 22000 και AGRO. Αυτό πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη από τον σύμβουλο, εφόσον όμως είναι αυτός ο προσανατολισμός της και επιθυμεί να παραμείνει στην ελληνική αγορά. Αν τελικά όμως η επιχείρηση «πραγματικά» θέλει να πουλήσει στη δυτική Ευρώπη την μεγαλύτερη γκάμα των προϊόντων της και πιθανότατα σε «ακριβές» αλυσίδες διανομής, τότε μάλλον θα έπρεπε να επιλέξει την πιστοποίησή της σύμφωνα με τα πρότυπα τα οποία επιθυμούν οι αλυσίδες (IFS, BRC, ISO, GLOBALGAP) αυτές και όχι σύμφωνα με το τί θέλει ή ξέρει η ίδια, καθώς οι αγορές αυτές δεν πρόκειται να αποδεχτούν τις πιστοποιήσεις τις οποίες έχει επιλέξει.

 4) Ποιός είναι ο σωστός «σύμβουλος πιστοποίησης»;

Για την ίδια την εφαρμογή του συστήματος πιστοποίησης αυτή είναι η πιο ουσιαστική ερώτηση και δυστυχώς η πιο δύσκολη να απαντηθεί. Συνηθίζεται ο μελετητής ο οποίος θα συντάξει τον φάκελο επιδότησης να «βοηθάει» τον επενδυτή στην παροχή και αυτής της υπηρεσίας. Σπάνια βέβαια την παρέχει ο ίδιος ή ένα τμήμα της εταιρείας του – αυτό αποτελούσε κακιά πρακτική του παρελθόντος με την λογική «τα κάνω όλα και συμφέρω». Συνήθως οι «σοβαροί» μελετητές διαθέτουν αξιόλογους συνεργάτες προς όφελος των πελατών τους οι οποίοι και αναλαμβάνουν το ρόλο του «σύμβουλου πιστοποίησης».

Δυστυχώς όμως σε αρκετές (ευτυχώς όχι τόσο συχνά όσο παλιά) περιπτώσεις, υπάρχει ο «πονηρός» σύμβουλος πιστοποίησης, ο οποίος θα προσπαθήσει – εκμεταλλευόμενος φυσικά την άγνοια του επενδυτή – να «περάσει» στον επενδυτικό φάκελο συστήματα τα οποία δεν χρειάζεται ο δεύτερος, απλά και μόνο με τη λογική να ανεβάσει το ποσό της αμοιβής του. Σε αυτή την περίπτωση ο «πονηρός» σύμβουλος θα πληρωθεί τα χρήματα της δαπάνης που θα επιβάλλει στον επενδυτή (ειδάλλως δεν θα ολοκληρωθεί η εκταμίευση ως αναμενόμενο) ενώ ο επενδυτής θα επιβαρυνθεί τόσο οικονομικά όσο και γραφειοκρατικά χωρίς να το γνωρίζει με άσκοπες υπηρεσίες. Στις περισσότερες δε περιπτώσεις (ο υπογράφων έχει αντιμετωπίσει πολλές παρόμοιες δυσάρεστες περιπτώσεις) ο «πονηρός» σύμβουλος πιστοποίησης μη γνωρίζοντας επαρκώς το αντικείμενο αφήνει «καμένη γη» πίσω του καθώς όχι μόνο δεν αναπτύσσει σωστά και σύμφωνα με τις απαιτήσεις το σύστημα πιστοποίησης που έχει αναλάβει, αλλά ακόμα περισσότερο – θέλω να πιστεύω λόγω άγνοιας – δεν είναι σε θέση να το ολοκληρώσει με αποτέλεσμα ο επενδυτής να τρέχει τελευταία στιγμή να βρει κάποιον «εξειδικευμένο» σύμβουλο πιστοποίησης. Στην περίπτωση αυτή ο επενδυτής οφείλει να «ψάξει» την αγορά, να ρωτήσει τον μελετητή του σχετικά με τον σύμβουλο πιστοποίησης και να επιλέξει τελικά αυτόν ο οποίος θα του αναπτύξει επαρκές αίσθημα εμπιστοσύνης.

genecon-headerlogo-top

 5) Ποιες είναι οι δαπάνες συντήρησης των συστημάτων;

Πολλές φορές οι επενδυτές επιλέγουν (κυρίως σε επιδοτούμενα προγράμματα) να εντάξουν πολλά συστήματα πιστοποίησης στο φάκελο επιδότησης τους ώστε να βαθμολογηθούν με υψηλό βαθμό, χωρίς όμως να λαμβάνουν υπόψη το γεγονός ότι η συγκεκριμένη δαπάνη θα τους «ακολουθεί»  για τα επόμενα χρόνια, καθώς υπάρχει συγκεκριμένη υποχρέωση από το επενδυτικό μέτρο πως αυτά εφαρμόζονται αλλά και πιστοποιούνται. Σε αρκετές περιπτώσεις αυτό το κόστος είναι «κρυφό» και δυστυχώς δεν λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι τα συστήματα πιστοποίησης απαιτούν συντήρηση (η οποία συνεπάγεται ετήσια αμοιβή του συμβούλου πιστοποίησης) και πιθανές τροποποιήσεις (τα πρότυπα αλλάζουν έκδοση  συνήθως κάθε 3 με 6 χρόνια και απαιτούν κύριες τροποποιήσεις).

Επίσης ένα άλλο σοβαρό κόστος αποτελούν τα πάγια ετήσια έξοδα του εκάστοτε φορέα πιστοποίησης, τα οποία επίσης πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά την επιλογή τους με την ίδια σοβαρότητα, όσο και ο ίδιος ο φορέας πιστοποίησης, ο οποίος απαιτείται να είναι εξειδικευμένος στον τομέα της πιστοποίησης και να καλύπτει τη γκάμα των υπηρεσιών που αιτείται ο επενδυτής.

 6) Υπάρχουν αλληλοεπικαλύψεις μεταξύ των συστημάτων;

Πολύ συνηθισμένο αποτελεί το φαινόμενο της «αλληλοεπικάλυψης» των απαιτήσεων μεταξύ των προτύπων. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν τα πρότυπα πιστοποίησης τροφίμων ISO 22000, IFS και BRC για τις μονάδες εμπορίας / τυποποίησης / μεταποίησης αλλά και τα «χωραφίσια» συστήματα, δηλαδή τα AGRO και GLOBALGAP.

Αυτό που ένας «σωστός» επιχειρηματίας θα επιλέξει να επενδύσει και να χρηματοδοτήσει είναι σαφώς ένα «ολοκληρωμένο» σύστημα πιστοποίησης το οποίο να καλύπτει τα υπόλοιπα συστήματα με την λογική ότι έτσι «γλυτώνει» χρήματα αλλά και πιθανό κόπο να ξαναστήσει ένα νέο σύστημα το οποίο υπολείπεται σε απαιτήσεις. Σημαντικό στοιχείο αποτελεί σε αυτή την επιλογή ποιός θα «αναπτύξει» ένα τέτοιο σύστημα και αποτελεί κρίσιμο παράγοντα επιτυχίας.

 7) Πρέπει να επιλεχθεί κάποιο σύστημα υποχρεωτικά στον επενδυτικό φάκελο;

Πολλά συστήματα «ανεβάζουν» τη βαθμολογία σε έναν επενδυτικό φάκελο και επιλέγονται χωρίς πραγματικά να θέλει ο επενδυτής να τα αναπτύξει και να τα εφαρμόσει, απλά και μόνο για να μπορέσει να επιτύχει υψηλή βαθμολογία και να εγκριθεί. Συνήθως τέτοια συστήματα και πιστοποιήσεις έχουν να κάνουν με τη λεγόμενη «φιλοπεριβαλλοντική» παραγωγή, η οποία και προωθείται για διάφορους λόγους που δεν θα αναπτύξουμε εδώ. Με αυτή την λογική βλέπουμε επιχειρήσεις να επιλέγουν διάφορα φιλοπεριβαλλοντικά συστήματα όπως το ISO 14001 ή το EMAS, τα οποία σε σπάνιες περιπτώσεις μπορούν να βοηθήσουν τις πραγματικές ανάγκες μιας επιχείρησης αλλά επί της ουσίας βοηθούν στην τελική βαθμολογία και επιτυχή κατάληξη της πρότασης. Στην περίπτωση αυτή ο επενδυτής πρέπει να επιλέξει ο ίδιος κατόπιν συνεννόησης με το μελετητή του τις πραγματικές επιπλέον μονάδες που θα του προσδώσει η επιλογή τέτοιων συστημάτων καθώς δεν πρέπει να του διαφεύγει ότι ανεβάζει το κόστος της επένδυσης του με «άχρηστα» έξοδα.

«Ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες»   λένε οι αυτοί που έχουν ασχοληθεί και ξέρουν από συστήματα πιστοποίησης.

Από την πλευρά μου, και ειδικά με την κρίση που διανύουμε τα τελευταία χρόνια, θα ήθελα να κάνω μια προτροπή : Ας είναι αυτή τη φορά  λίγο πιο προσεκτικοί  τόσο οι επενδυτές όσο και οι μελετητές τους και ας επιλέξουν αντικειμενικά και με ορθά κριτήρια και προς όφελος των επενδυτών τόσο την εταιρεία η οποία θα αναπτύξει σωστά και αξιόπιστα συστήματα πιστοποίησης όσο και τα ίδια τα συστήματα πιστοποίησης τα οποία χρειάζεται μια επιχείρηση, χωρίς υπερβολές και κυρίως χωρίς επιπλέον έξοδα τα οποία θα διακυβεύσουν την ομαλή εξέλιξη της επένδυσης.

Ο Νίκος Μαργαριτόπουλος ασχολείται επαγγελματικά με τον τομέα της συμβουλευτικής υποστήριξης συστημάτων στον αγροτικό τομέα τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια έχοντας διατελέσει διευθυντικό στέλεχος στις μεγαλύτερες εταιρείες του χώρου.