Πιστοποίηση IFS, BRC, ISO, Globalgap στο λιανεμπόριο

Πιστοποίηση IFS, BRC, ISO, Globalgap στο λιανεμπόριο

«Λιανεμπόριο και συστήματα πιστοποίησης»

Ο κλάδος του λιανεμπορίου τροφίμων είναι αδιαμφισβήτητα ένας  από τους πιο νευραλγικούς αλλά και πιο ανταγωνιστικούς κλάδους τόσο της ελληνικής όσο και της παγκόσμιας οικονομίας. Ο συγκεκριμένος κλάδος ευρωπαϊκά, αλλά και στη χώρα μας ιδιαίτερα την τελευταία δεκαετία,  χαρακτηρίζεται από συγκεντρωτισμό, μέσω διαρκών συγχωνεύσεων και εξαγορών, είσοδο πολυεθνικών κολοσσών, είσοδο και κορυφαία ανάπτυξη εκπτωτικών καταστημάτων, αλλά και ανάπτυξη των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας. Με λίγα λόγια, το σύνολο των αλυσίδων λιανεμπορίου που κατέχουν  ποσοστό άνω του 50% επί του συνολικού τζίρου στις χώρες της Ευρώπης μετριέται πλέον στα δάκτυλα του χεριού. Αυτή η μεγάλη συγκέντρωση δύναμης σε λίγα μόνο χέρια έχει καταστήσει τις μεγάλες αλυσίδες supermarket σε βασικό διαμορφωτή λειτουργίας ολόκληρης της αλυσίδας τροφίμων, από το χωράφι έως το ράφι.

Στον τομέα υγιεινής, ασφάλειας και ποιότητας των τροφίμων, όπου μετά και τις συνεχιζόμενες διατροφικές κρίσεις (διοξίνες, βαρέα μέταλλα, τρελές αγελάδες, γρίπη των πτηνών, υπολείμματα ΦΠΠ, επιμολυσμένα ηλιέλαια, GMO’s κλπ) όλο και περισσότερος κόσμος ευαισθητοποιείται, το λιανεμπόριο είναι αυτό που από ότι φαίνεται κατευθύνει τα νήματα, αυτοχαρακτηριζόμενο ως εκφραστής της άποψης του καταναλωτή. Αν και οι περισσότερες μελέτες και έρευνες στο χώρο έχουν δείξει ότι ο καταναλωτής (ή οι οργανώσεις του) ασκεί μόνο μικρή παρέμβαση και συνήθως τηρεί παθητική στάση στη διαμόρφωση της παραγωγικής διαδικασίας και της αγοράς, το λιανεμπόριο με κύριο σύνθημα την ικανοποίηση του καταναλωτή – πελάτη έχει προβεί τα τελευταία χρόνια σε ένα αγώνα προσφοράς θεωρητικά όλο και πιο ασφαλών, υγιεινών και ποιοτικών προϊόντων, που πληρούν τόσο τις νομικές απαιτήσεις όσο και ιδιωτικές προδιαγραφές που προκύπτουν από διεθνώς εφαρμοζόμενα πρότυπα/πρωτόκολλα (ISO 22000, BRC, IFS, GLOBALGAP, κ.α.) ή από καθαρά εσωτερικές απαιτήσεις (π.χ. Αγροδιασφάλιση ΑΒ). Τα τελευταία δε (εσωτερικές απαιτήσεις) γίνονται όλο και εντονότερα τα τελευταία χρόνια, όπου παρατηρείται το φαινόμενο ότι διεθνώς αποδεκτές προδιαγραφές και πιστοποιήσεις αποτελούν απλά τη βάση διαπραγμάτευσης με τους παραγωγούς – προμηθευτές, ενώ η κάθε αλυσίδα ορίζει κατά τη κρίση της (και συνήθως μη επιστημονικώς τεκμηριωμένα) περαιτέρω απαιτήσεις στις οποίες θα πρέπει να συμμορφωθεί κανείς για να εισέλθει στα ράφια της.

Μεγάλη συζήτηση γίνεται τα τελευταία χρόνια στα ετήσια συνέδρια της GLOBALGAP, όπου οι συμμετέχουσες οργανώσεις παραγωγών προμηθευτών διαμαρτύρονται εντόνως για τις αδικαιολόγητες, μη επιστημονικά τεκμηριωμένες (κατ αυτούς) και διαφορετικές μεταξύ των απαιτήσεις πολλών αλυσίδων σε θέματα αποδεκτών MRL’s στα τελικά προϊόντα. Οι διαμαρτυρίες βασίζονται στο ότι παρόλο που η συντριπτική πλειοψηφία των μεγάλων αλυσίδων είναι ενεργά μέλη και δηλώνουν αποδοχή του πρωτοκόλλου GLOBALGAP, αυτό δεν αρκεί πολλές φορές για να δεχτούν πιστοποιημένα κατά GLOBALGAP προϊόντα στα ράφια τους, αλλά απαιτούν η κάθε μία με τον δικό της τρόπο αυστηρότερες προδιαγραφές σε θέματα υπολειμμάτων Φ.Π.Π., οδηγώντας τους παραγωγούς προμηθευτές σε πολύ αυξημένα και κατά πολλούς αδικαιολόγητα κοστολόγια, τα οποία τελικά δεν μεταφράζονται και σε αντίστοιχη επιβράβευση επί της τιμής.  Η θέση των παραγωγών προμηθευτών είναι πως το κέρδος από τη χρήση ενός και μόνο συστήματος ασφάλειας – ποιότητας είναι ότι έχει να κάνει με ένα μόνο σύνολο προδιαγραφών και ένα φορέα πιστοποίησης σε σύγκριση με τις ξεχωριστές απαιτήσεις κάθε αλυσίδας που απαιτούν ξεχωριστούς ελέγχους και αυξάνουν δραματικά το κόστος, δίχως τελικά να προσφέρουν αντίστοιχη συγκριτικά αύξηση στην ασφάλεια ή την ποιότητα του τελικού προϊόντος. Για τις αλυσίδες όμως δεν ισχύει το ίδιο. Το ενδιαφέρον τους αφορά κυρίως στο ότι θέλουν να φαίνονται «υπεύθυνες» απέναντι στους πελάτες τους και στηρίζεται στις νομικές τους ευθύνες και στις οικονομικές και λοιπές επιπτώσεις που ενδέχεται να έχουν σε περίπτωση κάποιας διατροφικής κρίσης. Για το λόγο αυτό, και ανάλογα με τις συνθήκες, η κάθε μία αλυσίδα ξεχωριστά απαιτεί κάθε φορά μία ή περισσότερες γενικές ή εξειδικευμένες προδιαγραφές από τους προμηθευτές της, από μία απλή πιστοποίηση κατά GLOBALGAP ή HACCP (ISO22000) έως ιδιαιτέρως επίπονες πιστοποιήσεις (BRC, IFS) και περίεργους και πολύπλοκους μαθηματικούς συνδυασμούς, όπως π.χ. έως 3 ανιχνεύσιμες δραστικές ουσίες στο τελικό προϊόν και 40% επί των νομίμων γερμανικών MRL’s(!). Και βέβαια όλα τα παραπάνω μπορεί ξαφνικά να μην ισχύσουν βραχυπρόθεσμα για τον ευνόητο λόγο ότι οι αλυσίδες του λιανεμπορίου είναι επιχειρήσεις που βασίζονται στις πωλήσεις και στο κέρδος, όπως για παράδειγμα η ουδεμία ζήτηση προδιαγραφών σε περιόδους έλλειψης προϊόντος ή μεγάλης ζήτησης.

genecon-headerlogo-top

Ο μεγάλος συγκεντρωτισμός στο λιανεμπόριο σήμερα έχει καταστήσει τις αλυσίδες απόλυτο κυρίαρχο σε θέματα ελέγχου ποιότητας, ασφάλειας και τιμής. Ο έλεγχος αυτός αποδεικνύεται εκ του αποτελέσματος και αρκετά εύκολος για αυτές, διότι όλες οι προδιαγραφές, απαιτήσεις, οι κανόνες παραγωγής, τα πρότυπα και τα πρωτόκολλα που απαιτούνται από το λιανεμπόριο πολύ λίγο ορίζουν  τη συμπεριφορά του ιδίου του λιανεμπορίου, αλλά ελέγχουν πλήρως τα υπόλοιπα μέρη της αλυσίδας. Το κόστος του λιανεμπορίου είναι μικρό, ενώ τα οφέλη του είναι πολύ μεγαλύτερα (μείωση ρίσκου, μείωση αβεβαιότητας, νομική κάλυψη σε περίπτωση αξιώσεων – due diligence-, διατήρηση της καταναλωτικής πίστης) . Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι ενώ ζητούν πολλά και απαιτητικά συστήματα πιστοποίησης από τους προμηθευτές τους, οι περισσότερες αλυσίδες έχουν κεντρικά μόνο ένα ή δύο υπευθύνους διασφάλισης ποιότητας και ασφάλειας τροφίμων των οποίων οι συναλλαγές, σύμφωνα με τα λεγόμενα των προμηθευτών,  δίνουν περισσότερο σημασία στην τελική οικονομική συμφωνία και στο «σε ποια τιμή θα τα πάρω» παρά σε θέματα ασφάλειας του τροφίμου. Επίσης χαρακτηριστικό είναι ότι ενώ απαιτούν αυστηρή ιχνηλασιμότητα ακόμα και σε επίπεδο παραγωγού και αγροτεμαχίου, δεν είναι λίγες οι φορές που μπερδεύουν / ανακατεύουν τα προϊόντα, πουλώντας τα χύμα δίχως καμία ένδειξη των ποιοτικών – ασφαλών χαρακτηριστικών τους.

Το θέμα είναι ότι οι ιδιωτικές απαιτήσεις του λιανεμπορίου στο σημαντικό θέμα ασφάλειας και ποιότητας των τροφίμων κυριαρχούν αυτή τη στιγμή την αγορά, βρισκόμενες σε πολύ πιο ισχυρή θέση από τις εθνικές ή ευρωπαϊκές προδιαγραφές και νομικές απαιτήσεις, οι οποίες (τελευταίες) τελικά δεν είναι ικανές σε πολλές περιπτώσεις ούτε καν να αποτελέσουν σημείο αναφοράς για την είσοδο των προϊόντων στο ράφι. Ο καιρός θα δείξει για το αν οι ιδιωτικές απαιτήσεις των αλυσίδων supermarkets αποτελούν σήμερα διασφάλιση του καταναλωτή απέναντι σε ένα γενικότερα ανασφαλές περιβάλλον εμπορίας ή απλά αποτελούν εργαλείο νομικής εξασφάλισης και περαιτέρω αύξησης των μεριδίων τους στην αγορά. Μέχρι τότε, αναγκαστική και ίσως μοναδική λύση φαντάζει η «έξυπνη εφαρμογή» εφαρμογή ενός tailor-made ολιστικού συστήματος ποιότητας, ασφάλειας και υγιεινής από τους παραγωγούς προμηθευτές, ικανό να μπορεί να πιστοποιείται σύμφωνα με όλες τις εν δυνάμει απαιτήσεις, με στόχο την όσο το δυνατόν οικονομία κλίμακας σε έξοδα συμβούλων και πιστοποίησης.